|
Υπήρχε κάποτε μια ψυχή που γνώριζε ότι είναι φως.
Ήταν μια νέα ψυχή και γι’ αυτό ήταν ανυπόμονη να αποκτήσει
εμπειρίες. Είμαι το φως έλεγε. Είμαι το φως.
Ωστόσο, όσο και να το ήξερε, όσο και να το έλεγε δεν
μπορούσε να το βιώσει.
Και στη σφαίρα από όπου αναδύθηκε η ψυχή δεν υπήρχε
τίποτα παρά μόνο το φως.
Κάθε ψυχή ήταν υπέροχη, κάθε ψυχή ήταν μεγαλειώδης,
και κάθε ψυχή ακτινοβολούσε
με την λαμπρότητα του φωτός.
Και έτσι η ψυχούλα ήταν σαν ένα κερί στον ήλιο μέσα
σ’ αυτό το μέγιστο φως του οποίου ήταν μέρος
δεν μπορούσε να δει τον εαυτό της,
ούτε να βιώσει τον εαυτό της ως προς το ποια και
τι πραγματικά είναι.
Έτυχε τώρα αυτή η ψυχή συνέχεια να λαχταρά να γνωρίσει
τον εαυτό της και τόσο μεγάλη ήταν η λαχτάρα της
ώστε μια μέρα της είπα.
Ξέρεις μικρούλα τι μπορείς να κάνεις για να ικανοποιήσεις
αυτή σου τη λαχτάρα; Αχ τι Θεέ; Τι;
Θα έκανα τα πάντα είπε η ψυχούλα.
Πρέπει να χωριστείς από εμάς τους υπόλοιπους,
αποκρίθηκα και μετά πρέπει να καλέσεις το σκοτάδι.
Τι είναι το σκοτάδι Κύριε;
Ρώτησε η ψυχούλα.
Αυτό που δεν είσαι απάντησα και η ψυχή κατάλαβε.
Και έτσι έκανε η ψυχή. Απομάκρυνε τον εαυτό της από το όλο,
και όχι μόνο αυτό αλλά πήγε και σε μια άλλη σφαίρα
και σε κείνη τη σφαίρα η ψυχή είχε την δύναμη
να καλέσει μέσα στην ύπαρξή της κάθε λογής
σκοτάδια και το έκανε. Ωστόσο μέσα στη μέση όλου εκείνου
του σκοταδιού φώναξε.
Πατέρα, Πατέρα γιατί με εγκατέλειψες;
Όπως κάνετε και σεις στις ποιο μαύρες σας στιγμές.
Όμως εγώ ποτέ δεν σας εγκατέλειψα.
Αλλά στέκω δίπλα σας πάντα έτοιμος να σας θυμίσω το ποιοι
πραγματικά είστε, έτοιμος πάντα να σας καλέσω στο σπίτι.
Γι’ αυτό γίνεται ένα φως μέσα στο σκοτάδι και μη το καταριέστε.
Να ξέρετε ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει σε ένα λεπτό,
τη στιγμή που θα θυμηθούν όλοι τη θεϊκή αλήθεια της ύψιστης
πραγματικότητάς τους!
Από το βιβλίο « Συζήτηση με το Θεό »
|